πλαστουργώ

πλαστουργῶ, -έω, ΝΜΑ
1. δίνω μορφή σε κάτι, πλάθω
2. (ιδίως για τον θεό) δημιουργώ τον άνθρωπο
αρχ.
1. αντιπροσωπεύω
2. επινοώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πλαστός + -ουργῶ (< -ουργός < ἔργον), πρβλ. αγαθ-ουργώ, μυθ-ουργώ].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πλαστουργώ — πλαστούργησα, πλάθω, δημιουργώ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πλαστούργημα — το, ΝΜΑ [πλαστουργώ] 1. το αποτέλεσμα τού πλαστουργώ, έργο πλαστικής 2. (ιδίως σχετικά με τον άνθρωπο ως δημιούργημα τού θεού) έργο πλάστη, δημιούργημα («ἔλαβεν ὁ πλάστης πρὸς ἑαυτὸν τὸ πλαστούργημα», Φώτ.) νεοελλ. μσν. πλάσμα τής φαντασίας,… …   Dictionary of Greek

  • БЛУДНОГО СЫНА НЕДЕЛЯ — [греч. κυριακὴ τοῦ ἀσώτου], одна из подготовительных недель (воскресений) перед Великим постом, между неделями мытаря и фарисея и мясопустной. В силу того, что Великий пост каждый год начинается в разное время, Б. с. н. приходится на период с 18… …   Православная энциклопедия

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.